Η γάτα που ερωτεύτηκε τον συγγραφέα

της Βάσως Ραπτογιάννη

Η γάτα που ερωτεύτηκε τον συγγραφέα


της Βάσως Ραπτογιάννη


σελ. 80, 17x12 εκ., ISBN 978-618-80195-4-6


9,00 €

  • Διαθέσιμο
  • Αποστέλλεται σε 1-3 εργάσιμες ημέρες1

Σύντομη περιγραφή

Η "Γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα" είναι μια συλλογή διηγημάτων που αποτελείται από δεκατρείς ιστορίες. Άλλες ρεαλιστικές, άλλες όχι και τόσο. Μα πάντοτε ερωτικές. Ακόμα και όταν ο έρωτας δεν είναι στο προσκήνιο, υποβόσκει, όπως άλλωστε πάντα στη ζωή των ανθρώπων.


Ερωτεύονται οι άνθρωποι στη μεγάλη πόλη; Μπορεί κανείς να απαλλαγεί από το κυνηγητό του χρόνου και να αισθανθεί πραγματικά; Μπορεί ένας ψυχαναλυτής να βοηθήσει μια όμορφη νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να αγαπήσει και να αγαπηθεί; Πώς τελειώνει η ιστορία της γάτας που ερωτεύτηκε έναν συγγραφέα; Μπορεί η Μαύρη βασίλισσα να διαλέξει ανάμεσα στο καθήκον της και στον έρωτά της για τον Λευκό Βασιλιά; Γιατί ο Ορέστης προσπαθεί να σκοτώσει την Κλειώ; Θα τα καταφέρει; Μπορεί κανείς να ερωτευτεί ή να ξεχάσει όσο διαρκεί ένα τσιγάρο; Πώς μπορεί κανείς να μάθει για τις ζωές των άλλων καθισμένος σε ένα παγκάκι στην αποβάθρα του μετρό; Πώς φθηνό μπορεί να είναι το σεξ όταν οι προϋποθέσεις δεν είναι οι κατάλληλες; Πώς μπορεί να αισθάνεται ο τρίτος άνθρωπος σε μια σχέση; Πώς είναι η συνάντηση μετά από είκοσι χρόνια ενός ζευγαριού που έζησε έναν μεγάλο ανεκπλήρωτο έρωτα; Μπορεί μια γυναίκα να ξαναβρεί τον εαυτό της μετά από έναν επώδυνο χωρισμό; Τι γίνεται κάθε φορά που τελειώνουν οι βόλτες;


Ιστορίες για συναισθήματα ανθρώπων σε διάφορες ηλικίες. Ιστορίες για τον έρωτα και τον χρόνο. Γιατί είναι ο χρόνος υπήρχε πάντα και θα υπάρχει για πάντα, όσο είμαστε άνθρωποι, πότε σωστός και πότε λάθος. Το τέλος είναι κάτι σχετικό. Και ο καθένας μπορεί να δώσει το δικό του. Εκτός από το χρόνο. Γιατί είναι πάντα ο χρόνος. Πότε σωστός και πότε λάθος.


Αποσπάσματα από το βιβλίο

Η γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα


Όταν ήμουν μικρή, ακριβώς πέντε λεπτά πριν κοιμηθώ, η μαμά μού έλεγε μια ιστορία. Κάθε φορά την ίδια. Κάθε φορά μου έλεγε για τη γάτα που ερωτεύτηκε το συγγραφέα.


«Σ’ ένα παλιό σπίτι, κάπου στο Παγκράτι, έμενε ένας πολύ γνωστός συγγραφέας γύρω στα τριάντα. Ο συγγραφέας αυτός είχε μια κατάμαυρη γάτα. Του άρεσε η παρέα της. Να έχει κάποιον να μιλάει. Καλύτερα σ’ αυτήν παρά στον εαυτό μου, έλεγε. Της διάβαζε αυτά που έγραφε και είχε την εντύπωση ότι ώρες ώρες εκείνη αντιδρούσε συμφωνώντας ή διαφωνώντας. Αυτό που δεν ήξερε ο συγγραφέας ήταν ότι η γάτα του τον είχε ερωτευτεί. 


Εκείνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια γάτα. Το ήξερε αυτό. Αλλά ο συγγραφέας ήταν ολόκληρος ο κόσμος της από τότε που την είχε βρει, μηνών ακόμα μέσα σ’ ένα κάδο σκουπιδιών, βρόμικη και νηστική. Περίμενε την ώρα που θα την έπαιρνε αγκαλιά, για να χαϊδέψει το τρίχωμά της, να της πει γλυκόλογα, να την κανακέψει και να τη φιλήσει απαλά στο κεφάλι. Στεκόταν δίπλα του αθόρυβη, παρατηρώντας την κάθε του κίνηση. Ξάπλωνε στα πόδια του στο κρεβάτι γουργουρίζοντας συντονισμένα με την ανάσα του. Και οι μέρες περνούσαν. Και οι μέρες έγιναν μήνες και περνούσαν κι αυτοί.

Αλλά εκείνη το ήξερε. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια γάτα. Δε θα μπορούσε ποτέ να του πει για την αγωνία, για την προσμονή, για την αγάπη που της προκαλούσε. Εκείνη νιαούριζε μόνο. Δεν ήταν γυναίκα. Δεν είχε λέξεις. Δεν είχε πρόσωπο ή χέρια ή φωνή. Κι όσο περνούσαν οι μήνες, τόσο πονούσε η καρδιά της.


Ο συγγραφέας κατά καιρούς έφερνε διάφορες γυναίκες στο σπίτι. Και κάθε φορά που μια από αυτές πέρναγε το κατώφλι, κάθε φορά, εκείνη φοβόταν μήπως θα ήταν αυτή η γυναίκα που θα της τον έπαιρνε. Πήγαινε τότε και κρυβόταν σε μια γωνία και έγλειφε τις πληγές της ακούγοντάς τους να κάνουν έρωτα. Γιατί αυτό κάνουν οι γάτες. Γλείφουν τις πληγές τους μέχρι να μη μείνει καμία από τις εφτά ζωές τους. 


Καμία από αυτές τις γυναίκες όμως, δεν έμενε για πολύ. Έφευγαν όλες τους, είτε την επόμενη μέρα ή τρεις ή πέντε ή μια βδομάδα ή δύο. Δεν είχε σημασία. Σημασία είχε ότι αυτές έφευγαν και ότι εκείνοι γυρνούσαν πίσω στην παλιά τους ρουτίνα. Οι δυο τους. Και μπορούσε πάλι, να έχει την ψευδαίσθηση ότι είχε το συγγραφέα της ξανά. 


Αλλά εκείνη το ήξερε. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κατάμαυρη γάτα. Και κάπου ανάμεσα στις αφηγήσεις του, στις αγκαλιές του και στα γουργουρίσματά της, ήρθε στη ζωή τους η Βάλια. Τη Βάλια, τη γνώρισε σε ένα βιβλιοπωλείο και γυρνώντας σπίτι κάθισε και τα είπε όλα στη γάτα του. Της είπε πόσο όμορφη και πόσο έξυπνη είναι η Βάλια, πόσο ωραία φωνή έχει και ότι θα μπορούσε για ώρες να την ακούει να μιλάει, της είπε πόσο κοινά γούστα έχουν στη μουσική και στα βιβλία και στις ταινίες και της είπε ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της. Της τα είπε όλα αυτά χωρίς να ξέρει ότι με κάθε του λέξη της έσπαγε την καρδιά. 


Εκείνη, στην αρχή πίστεψε ότι η Βάλια θα ήταν σαν τις άλλες γυναίκες και θα έφευγε κι αυτή κάποια στιγμή, απλά μπορεί να έπαιρνε λίγο παραπάνω καιρό. Αλλά έκανε λάθος. Ο συγγραφέας της άρχισε να λείπει όλο και πιο πολλές ώρες από το σπίτι και όταν ήταν σπίτι ήταν μαζί και η Βάλια. Της μαγείρευε, κουβέντιαζαν, έβλεπαν ταινίες και γελούσαν. Η μαύρη γάτα ήξερε ότι η Βάλια ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόταν εκείνος. Ήξερε ότι η Βάλια ήταν αυτό που εκείνη δε θα μπορούσε να γίνει πότε, όσο πολύ κι αν τον αγαπούσε, όσες ζωές κι αν θυσιάζε για εκείνον. Και ήταν αυτό που ήθελε περισσότερο για τον αγαπημένο της συγγραφέα. Να είναι ευτυχισμένος. 


Η Βάλια μετακόμισε σπίτι τους μια ζεστή καλοκαιρινή μέρα. Ήταν τότε που βρήκε την ευκαιρία της και το έσκασε από ένα ανοιχτό παράθυρο. Δεν την χρειαζόταν πια. Τώρα είχε τη Βάλια. Και κάπως έτσι, κανείς δεν ξανάκουσε ποτέ για τη γάτα πυ ερωτεύτηκε το συγγραφέα».


Ψέματα. Κάποιος άκουσε. Ήμουν εγώ. Εγώ άκουγα την ιστορία της κάθε βράδυ, ακριβώς πέντε λεπτά πριν κοιμηθώ.


Έγραψαν για το βιβλίο



Συνεντεύξεις



Αναγνώσεις



Παρουσιάσεις